εκγράφω

εκγράφω
(αόρ. εξέγραψα, παθ. αόρ. εξεγράφην) μετ. вычёркивать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "εκγράφω" в других словарях:

  • εκγράφω — (AM ἐκγράφω) διαγράφω, ξεγράφω αρχ. αντιγράφω …   Dictionary of Greek

  • ἐκγράψῃ — ἐκγράφω write out aor subj mid 2nd sg ἐκγράφω write out aor subj act 3rd sg ἐκγράφω write out fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραφομένων — ἐκγράφω write out pres part mp fem gen pl ἐκγράφω write out pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγράψαι — ἐκγράφω write out aor inf act ἐκγράψαῑ , ἐκγράφω write out aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγεγράφθαι — ἐκγράφω write out perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραφομένου — ἐκγράφω write out pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραφήσεσθαι — ἐκγράφω write out fut inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραφόμενοι — ἐκγράφω write out pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραφόμενος — ἐκγράφω write out pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραψαμένου — ἐκγράφω write out aor part mid masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγραψαμένους — ἐκγράφω write out aor part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»